|
Τα Κόκκινα Γοβάκια
Κόκκινο.
Το χρώμα του πάθους. Χρώμα που αν το
κοιτάς πολύ ώρα, σε τρελαίνει. Κόκκινο όπως το αίμα. Κόκκινο όπως τα
τριαντάφυλλα. Κόκκινο όπως οι ντομάτες. Κόκκινο όπως το κρασί. Κόκκινο όπως
η πανσέληνος του Αυγούστου. Για να πω την αλήθεια, το κόκκινο δεν είναι το
αγαπημένο μου χρώμα. Παρά το γεγονός ότι μ’ αρέσει να ζω τη ζωή μου με
πάθος, ότι πολλές φορές κάτι μικρό με τρελαίνει, ότι δεν αρρωσταίνω στη θέα
του αίματος, ότι σχεδόν μου αρέσουν τα τριαντάφυλλα, ότι μ’ αρέσουν οι
ντομάτες, ότι δε μ’ αρέσει καθόλου το κρασί, ότι λατρεύω την πανσέληνο του
Αυγούστου, το κόκκινο ΔΕΝ είναι το αγαπημένο μου χρώμα.

Κι έπειτα, ερωτεύτηκα.
Περνώντας από ένα μαγαζί με παπούτσια, παρατήρησα ένα ζευγάρι κόκκινα
γοβάκια. Μου «φώναζαν». Καθώς με είχαν μαγνητίσει, πλησίαζα όλο και
περισσότερο στη βιτρίνα. Σχεδόν ακουμπούσα το τζάμι. Όπως είπα, το κόκκινο
δεν είναι το χρώμα μου, όπως και το καφέ. Δεν θυμάμαι να έχω ούτε ένα
κόκκινο ή καφέ ρούχο στη ντουλάπα μου. Το ίδιο συμβαίνει και με τα
παπούτσια. Έχω δεκάδες ζευγάρια, αλλά τίποτα κόκκινο. Είμαι «συλλέκτης»
παπουτσιών. Αγοράζω παπούτσια κι είναι πιθανό να τα φορέσω μόνο μία φορά ή
ακόμη και καθόλου. Αλλά, ΠΡΕΠΕΙ να τα αγοράσω. Είμαι ένα «θύμα παπουτσιών».
|
Αυτή τη φορά όμως, ήτανε
διαφορετικά. Τα κόκκινα γοβάκια είχαν μπει βαθιά μέσα στην καρδιά μου. Τα
είχα αγαπήσει, τα ήθελα κι ΈΠΡΕΠΕ να τα αποκτήσω! Έτσι, δε σκέφτηκα τα 150
ευρώ (έξι ώρες δουλειάς για ένα και μοναδικό ζευγάρι παπούτσια –τι
σκεφτόμουν;) που πλήρωσα κι αγόρασα αμέσως τα πολυπόθητα παπούτσια.
Ευτυχισμένη και πλήρης, περνούσα τους δρόμους χαμογελαστή και νιώθοντας
μεγάλη τρυφερότητα για την τσάντα που μετέφερα με το καινούριο μου απόκτημα
μέσα της!
Τις επόμενες ημέρες,
περίμενα ανυπόμονα τη στιγμή που θα φόραγα τα καινούρια μου παπούτσια. Και η
στιγμή έφτασε. Μέχρι τότε, τα δοκίμαζα κι ανέβαινα σε μια καρέκλα για να δω
τα πόδια μου στον καθρέφτη. Κι όπως είπα, η στιγμή έφτασε. Το πάρτι
γενεθλίων κάποιου φίλου στο οποίο ήμουνα καλεσμένη εκείνο το Σάββατο το
βράδυ.
Αν και δουλεύω τα
Σάββατα κι υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα μου άρεσε, επειδή όπου πρέπει να
πάω τυχαίνει να είναι Σάββατα και πηγαίνω κουρασμένη αμέσως μετά τη δουλειά,
εκείνο το Σάββατο δε δυσαρεστήθηκα καθόλου. Ήμουνα χαρούμενη! Θα φόραγα τα
παπούτσια μου και στη δουλειά! Επιτέλους! Έτσι, ετοιμάστηκα. Μαύρο φόρεμα
και κόκκινα γοβάκια. Και βγήκα έξω.
Περπατούσα γεμάτη
αυτοπεποίθηση τη μια στιγμή και την άλλη άρχισα να νιώθω λίγο άβολα.
Φαίνεται πως τα καινούρια παπούτσια μου έπεφταν λίγο …στενά – ή μήπως να πω
ΠΟΛΥ στενά; Και πριν καλά-καλά καταλάβω τι συνέβαινε, ένιωθα χιλιάδες
μαχαίρια να καρφώνουν στα πόδια μου! Κάθε βήμα ήταν επίπονο. Κάθε βήμα και
μια μαχαιριά. Μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου, μου φάνηκε πως είχε περάσει
μια αιωνιότητα πόνου.
Τώρα, κάθομαι στο
γραφείο μου κοιτάζοντας τα όμορφα και καταραμένα ολοκαίνουρια, γυαλιστερά
κόκκινα γοβάκια μου κι αναρωτιέμαι πώς γίνεται κάτι τόσο ωραίο να προκαλεί
τέτοιο τρομερό πόνο! «Νομίζω πως ήταν η πρώτη και ταυτόχρονα η τελευταία
φορά που τα φόρεσα…», σκέφτομαι τη στιγμή που όλοι τα θαυμάζουν. «Είναι δικό
σου το λάθος, Μαρία», συνεχίζω να σκέφτομαι, «άλλοι άνθρωποι δεν έχουν να
φάνε κι εσύ έχεις τριάντα ζευγάρια παπούτσια κι ακόμη δεν σου φαίνονται
αρκετά… Kαλά
να πάθεις…»
Καλά να πάθω!
|