|
Το Ταξίδι
«Ρωτώντας πας στην πόλη», λένε και είναι αλήθεια. Όταν ψάχνεις ένα δρόμο, δε σε βοηθάνε ούτε οι χάρτες, ούτε οι πινακίδες. Οπότε, σταματάς σε ένα περίπτερο ή σε κάποιο καφενείο και ρωτάς. Έπειτα, συνδυάζεις όλα όσα σου είπε ο καθένας, βγάζεις ένα «κεντρικό νόημα» και βρίσκεις το δρόμο σου –τις περισσότερες φορές… Το χειρότερο σενάριο, βέβαια, είναι να χαθείς, αλλά πάλι, για πόσο μπορείς να χαθείς; Στο επόμενο χωριό ρωτάς ξανά και σου δείχνουν το σωστό δρόμο.
Αυτό είναι σχεδόν ότι μου συνέβη στο πρώτο μου ταξίδι με αυτοκίνητο. Για να πω την αλήθεια, με ενθουσίασε το γεγονός ότι θα έβγαινα στο δρόμο χωρίς κάποιο συγκεκριμένο προορισμό. Απλώς θα πήγαινα όπου με οδηγούσε. Έτσι, την πρώτη μέρα του ταξιδιού μου, ο δρόμος με οδήγησε ανατολικά, στον Άγιο Νικόλαο και την Ελούντα. Εκείνη τη στιγμή, μου γεννήθηκε η σκέψη να επισκεφθώ το χωριό «Πλάκα» και το μικρό νησάκι της «Σπιναλόγκα» απέναντι –το πρώην νησί των λεπρών- καθώς είχα διαβάσει πρόσφατα το βιβλίο της Βικτόρια Χίσλοπ με τίτλο «Το νησί» κι ήθελα να ρίξω μια ματιά από κοντά σε όσα είχα διαβάσει.

Η Σπιναλόγκα όπως φαίνεται από την Πλάκα
Κι εκτός απ’ αυτό, γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κρήτη. Δεν είναι απαράδεκτο να «βλέπω» μέρη της Κρήτης μέσα από ένα βιβλίο που έγραψε Αγγλίδα συγγραφέας, αλλά ποτέ να μην τα έχω δει από κοντά στην πραγματικότητα;
Ας είναι. Έπειτα από αμέτρητες στάσεις μέχρι να βρω το «σωστό δρόμο», κατάφερα να φτάσω στην Πλάκα γύρω στις έξι το απόγευμα, όταν το σκοτάδι –σε αργή κίνηση- είχε ήδη αρχίσει να καλύπτει τα πάντα. Μόλις κατάφερα να αντικρίσω τη Σπιναλόγκα απέναντι κι ύστερα το μικρό νησί χάθηκε στο σκοτάδι. Το χωριό της Πλάκας μου φάνηκε τόσο μικρό κι άδειο που έπρεπε να πάω και να γυρίσω δύο φορές για να σιγουρευτώ πως αυτό ήταν όλο και δεν υπήρχε άλλο.
|
Σταμάτησα στο μόνο μέρος που ήταν ανοικτό –κάτι ανάμεσα σε καφενείο και ταβέρνα- και ρώτησα αν υπάρχουν καραβάκια για το νησάκι απέναντι. Μου είπαν πως δεν υπήρχαν. Ούτε καν για μένα, ένα επισκέπτη που έτυχε να βρεθεί εκεί; Όχι. Ούτε μια εξαίρεση, καθώς ο καιρός ήταν θαυμάσιος; Όχι. Όχι, μέχρι τον Απρίλιο που θα ξεκινούσε η τουριστική σαιζόν. Έτσι, τα σχέδιά μου να μείνω εκεί τη νύχτα και να πάω την επόμενη ημέρα στο νησάκι απέναντι, κατάρρευσαν. Τόσο απλά. Έφυγα με μεγάλη απογοήτευση, γνωρίζοντας πως όλοι στο χωριό κοίταζαν πίσω από τις γρίλιες των πατζουριών τους. «Γνωρίζω» την Κρήτη υπερβολικά καλά κι έτσι μπορώ να πω πως όταν κάποιος «ξένος» μπει σε ένα μικρό χωριό, όλοι είναι περίεργοι κι αναρωτιούνται ποιος είναι και τι θέλει.
Έφυγα ξέροντας πως δεν πρόκειται να επισκεφτώ την Πλάκα ξανά στο άμεσο μέλλον. Είμαι παρορμητικό άτομο. Εκείνη τη μέρα, ο δρόμος με έβγαλε στον Άγιο Νικόλαο, μετά αποφάσισα να πάω ως την Ελούντα κι έπειτα μου ήρθε η ιδέα να επισκεφτώ την Πλάκα. Το ένα έφερε το άλλο. Αν είχα προγραμματίσει από την προηγούμενη βδομάδα να επισκεφτώ την Πλάκα και τη Σπιναλόγκα, η πιο πιθανή εκδοχή θα ήταν να μην πραγματοποιούσα αυτό το ταξίδι ποτέ. Θέλω να πω πως όταν κάνω σχέδια, πάντα κάτι συμβαίνει και δεν μπορώ να τα πραγματοποιήσω. Από την άλλη, αν κάνω κάτι αυθόρμητα, ναι μεν το πραγματοποιώ, αλλά υπάρχει πάντα ο αστάθμητος παράγοντας του να μη βρω αυτό που περίμενα. Έτσι…ποιος ξέρει; Αν ήξερα ότι δεν υπάρχουν καραβάκια μέχρι τον Απρίλιο, θα είχα επισκεφτεί την Πλάκα και θα είχα δει τη Σπιναλόγκα έστω κι από απόσταση; Πιθανότατα όχι. Κι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πως όντως «το ταξίδι είναι που αξίζει». Γιατί; Επειδή σε κανένα προορισμό κανενός μέρους πάνω στη Γη δεν πρόκειται να βρούμε ποτέ αυτό που περιμένουμε πως θα βρούμε. Σε κανένα προορισμό, πουθενά, ποτέ. Λοιπόν, το μόνο που έχετε να κάνετε, είναι να ταξιδεύετε!

Η Πλάκα, ένα χειμερινό χωριό-φάντασμα
|