|
Όταν Οδήγησα Το Καράβι…
Ήταν μια από τις πιο ζεστές Κυριακές του καλοκαιριού, όταν αποφασίσαμε με
μια φίλη να πάμε στον Άγιο Νικόλαο. Φύγαμε νωρίς το πρωί και –ως συνήθως–
όταν κάνεις σχέδια, κάτι άλλο γίνεται τελικά! Έτσι, όταν ήμαστε κοντά στον
Άγιο Νικόλαο, ενώ κοίταγα την πινακίδα που έλεγε ότι η Ελούντα απείχε εννέα
χιλιόμετρα, πρότεινα:
«Δεν πάμε στην Ελούντα;»
«Δεν πάμε στην Πλάκα;» πρότεινε με τη σειρά της η φίλη μου.
«Δεν πάμε στη Σπιναλόγκα;» είπα ενθουσιασμένη, καθώς δεν είχα πάει ποτέ,
άσχετα με το πόσες φορές έχω επισκεφτεί την Ελούντα στο παρελθόν και την
Πλάκα, το χωριό απέναντι.

Η
Πλάκα, πέντε χιλιόμετρα από την Ελούντα, είναι ένα από τα αγαπημένα μου
χωριά στην Κρήτη. Μικρό, καθαρό, με υπέροχη θάλασσα. Μόνο που το χειμώνα
μεταμορφώνεται σε χωριό-φάντασμα, εντελώς άδειο κι ερημωμένο. Κάπως έτσι
φτάσαμε γύρω στις δώδεκα και μπήκαμε στο πρώτο καράβι που σε λίγα λεπτά θα
έφευγε για απέναντι, για το νησί της Σπιναλόγκα.
Ο
ηλικιωμένος άντρας που μας βοήθησε να μπούμε μέσα, μας κοίταξε με ένα
απροσδιόριστο ύφος.
«Ποια από τις δύο θέλει να οδηγήσει το καράβι;» ρώτησε.
Η
φίλη μου τον κοίταγε κατατρομαγμένη! Κι ενώ το χρώμα της είχε γίνει κίτρινο,
εγώ έδραξα τη στιγμή.
«Εγώ θα ήθελα!» του απάντησα με σιγουριά, χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά.
Μια φορά μονάχα ζούμε!
«Δημήτρη, έλα εδώ!» φώναξε στον καπετάνιο. «Έχουμε μια γενναία εδώ!»
Ο
Δημήτρης, ο καπετάνιος, αφού μου είπε ότι στη ζωή πρέπει να είμαστε
τολμηροί, με έβαλε μπροστά από το πηδάλιο.
«Και τώρα, τι;» αναρωτήθηκα.
«Γύρνα το όλο δεξιά και μετά όλο αριστερά», είπε φυσιολογικά κι εγώ έστριψα
το τιμόνι. Τόσο απλά βγήκαμε από το λιμάνι!
|

«Σιγά σιγά! Δε θέλουμε να χάσουμε κανέναν επιβάτη στη θάλασσα!», σχολίασε
και δεν μπορούσα να καταλάβω αν μίλαγε σοβαρά ή αν έκανε πλάκα. Πάντως,
ευτυχώς που όλοι οι επιβάτες ήταν ξένοι και δεν καταλάβαιναν τι έλεγε!
Καθώς απολάμβανα να είμαι ο «Καπετάνιος» για λίγο, προσπάθησα να μην κοιτώ
τον τρόμο στα πρόσωπα των άλλων επιβατών και της φίλης μου!
«Μοιάζω, άραγε, τόσο ανόητη που θα έριχνα ένα καράβι στα βράχια;»
αναρωτιόμουν.
Τελικά, ήταν ωραία να έχεις τον έλεγχο ενός καραβιού. Κι εύκολο επίσης.
Απλώς βάζεις ένα σημάδι στην άλλη πλευρά –ένα δέντρο ή κάτι άλλο– και
προσπαθείς να κρατήσεις το μπροστινό μέρος του καραβιού σε ευθεία με κείνο
το σημείο. Σιγά το πράγμα! Ακόμα κι ένα παιδί μπορεί να το κάνει. (Παρόλα
αυτά, όλοι εξακολουθούσαν να με κοιτάνε καχύποπτα, συμπεριλαμβανομένης και
της φίλης μου).
Λίγη ώρα αργότερα φτάσαμε στο νησάκι σώοι και αβλαβείς. Κάναμε τη βόλτα μας
και μια ώρα αργότερα μπήκαμε ξανά στο καράβι. Λοιπόν, έπειτα από την
καταπληκτική μου οδήγηση, περίμενα από τον Κάπτεν να μου δώσει και πάλι το
πηδάλιο, αλλά μάταια… Πήρε ένα παιδί για να το οδηγήσει! Πρόσεχε τι εύχεσαι,
λένε., γιατί μπορεί να γίνει πραγματικότητα…
Λίγο απογοητευμένη, άρχισα να νιώθω άρρωστη. Βλέπετε, αυτό είναι το καλό
όταν οδηγείς το καράβι. Συγκεντρώνεσαι στο να μην το βυθίσεις κι έτσι δε
σκέφτεσαι ότι επιπλέεις και δεν παθαίνεις ναυτία!
«Κουνιέται, πολύ κουνιέται!» είπα στη φίλη μου. «Θα μας βυθίσει αυτό το
παιδί…».
«Κοίτα ένα θαλασσόλυκο», με κορόιδευε εκείνη γελώντας.
Κάποτε, φτάσαμε στη στεριά, χωρίς…ατυχήματα. Βρήκα πάλι το χρώμα μου και την
αυτοπεποίθησή μου. Από κείνη τη στιγμή, όπως είναι φυσικό, έλεγα σε όλους
για «τη μέρα που οδήγησα το καράβι». Φυσικά, κανείς δε με πιστεύει και
μερικοί κακεντρεχείς λένε: «Αν οδήγησες το καράβι όπως οδηγείς και το
αυτοκίνητό σου, τότε ευτυχώς που δεν ήρθαμε μαζί σας στην εκδρομή».
Φανταστείτε! Παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης! Όμως, είχα ήδη σκεφτεί εκείνους
που δεν θα με πίστευαν κι έχω κρατήσει τις αποδείξεις μου! Να μια
φωτογραφία: Εγώ να οδηγώ το καράβι!
|