|
Η ΔΥΣΚΟΙΛΙΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Του Κλεόβουλου
Χανδάνου, Παιδίατρου

Ως δυσκοιλιότητα ορίζουμε την καθυστέρηση
ή δυσκολία στη λειτουργία της αφόδευσης, ικανή να προκαλέσει σημαντική
δυσφορία στο παιδί. Βρέφη που θηλάζουν μπορεί να έχουν από 7 κενώσεις την
ημέρα έως 1 την εβδομάδα. Παιδιά ηλικίας 1-2 ετών έχουν κατά μέσον όρο 1-2
κενώσεις την ημέρα, ενώ περίπου στα 4 χρόνια, τα παιδιά αποκτούν παρόμοιες
συνήθειες με τον ενήλικα, έχουν δηλαδή από 3 κενώσεις την ημέρα έως 3 την
εβδομάδα. Η δυσκοιλιότητα αφορά ποσοστό 5-10% των παιδιών. Στην πλειονότητα
των παιδιών η δυσκοιλιότητα είναι λειτουργική, δεν οφείλεται δηλαδή σε
οργανική βλάβη. Στους πρώτους έξη μήνες της ζωής, η δυσκολία στην αφόδευση
συνήθως οφείλεται σε ανωριμότητα του μυϊκού συστήματος της πυέλου και
υποχωρεί με την πάροδο του χρόνου. Μετά τους έξη μήνες της ζωής, η επώδυνη
αφόδευση λόγω σκληρών κοπράνων μπορεί να προκαλέσει εκδήλωση δυσκοιλιότητας.
Αυτό κυρίως συμβαίνει στα μεταβατικά στάδια της διατροφής, δηλαδή κατά τη
μετάβαση από το μητρικό γάλα στο γάλα πρώτης βρεφικής ηλικίας ή αμέσως μετά
την έναρξη των στερεών τροφών. Στα μεγαλύτερα παιδιά, η ηθελημένη
κατακράτηση κοπράνων αποτελεί την κυριότερη αιτία της δυσκοιλιότητας. Η
επώδυνη αφόδευση ή ο φόβος της τουαλέτας οδηγούν σε δυσκοιλιότητα, η οποία
χρονικά παρουσιάζει δυο αιχμές: την περίοδο εκμάθησης της τουαλέτας και την
έναρξη της σχολικής ηλικίας. Η κατακράτηση κοπράνων οδηγεί σε διάταση του
εντέρου, ανησυχία και κοιλιακό άλγος, ευερεθιστότητα και ανορεξία, καθώς και
σε διάρροια από υπερπλήρωση του εντέρου (εγκόπριση). Η αντιμετώπιση της
δυσκοιλιότητας εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού, καθώς και από τη
βαρύτητα και τη χρονιότητα των συμπτωμάτων. Αρχικά γίνεται πλήρης κένωση του
εντέρου με τη χρήση καθαρτικών φαρμάκων ή υποκλυσμών. Μετά ακολουθεί η επί
μακρόν διατήρηση μαλακών κενώσεων (συνήθως για διάστημα μερικών μηνών), με
την υιοθέτηση διατροφής πλούσιας σε φυτικές ίνες (όσπρια, φρούτα και
λαχανικά), ή την προσωρινή χρήση σκευασμάτων φυτικών ινών με την αύξηση της
χορήγησης υγρών και με την τακτική κένωση του εντέρου σε σταθερές ώρες της
ημέρας. Η επίτευξη του τελευταίου είναι πολύ σημαντική για την αντιμετώπιση
της δυσκοιλιότητας. Εάν η διαιτητική αντιμετώπιση δεν επαρκεί, επιβάλλεται η
προσθήκη υπακτικών φάρμακων. Ο στόχος είναι η επίτευξη μαλακής κένωσης ανά 1
ή 2 ημέρες. Η διάρκεια της θεραπείας κυμαίνεται από 2 έως 6 μήνες.
Στα βρέφη κάτω του έτους
δεν χορηγούνται διεγερτικά του
εντέρου, παραφινέλαιο ή υποκλισμοί, εκτός από μικροκλύσματα/υπόθετα
γλυκερίνης. Αυξημένη χορήγηση υγρών μετά τους 2 πρώτους μήνες της ζωής
(νερού ή χυμού φρούτων) και φυτικών ινών μετά τους 5-6 μήνες στα βρέφη που
τρώνε στερεές τροφές, είναι συνήθως αρκετά για την αντιμετώπιση της
δυσκοιλιότητας.
Σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση παίζει η ψυχολογική ενθάρρυνση του παιδιού.
|
Ο
Βρυγμός – Δεύτερο Μέρος
Του Νίκου
Παπαδάκη, Χειρούργου Οδοντίατρου

Οι επιπλοκές
Ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζουν βρυγμό, χωρίς να
αντιμετωπίσουν μεσο-μακροπρόθεσμες συνέπειες. Όταν όμως υπάρξουν τέτοιες
συνέπειες, μπορεί να είναι ποικίλης μορφής. Οι βλάβες στα δόντια
εκδηλώνονται με τη μορφή αποτριβής, θραύσης και απόσπασης μικρών
επιφανειακών τμημάτων ή εμφάνισης μεγαλύτερων καταγμάτων και με αύξηση της
κινητικότητάς τους.
Η αποτριβή των δοντιών που επέρχεται βαθμιαία, αν αφεθεί να εξελίσσεται για
χρόνια, μπορεί να έχει δραματικά αποτελέσματα τόσο στην εμφάνιση, όσο και
στην λειτουργία του στοματογναθικού συστήματος.
Κατά την αποτριβή τα δόντια χάνουν αρχικά το ανάγλυφο της μασητικής τους
επιφάνειας και στη συνέχεια μεγάλο μέρος από το ύψος τους.
Με την επιπέδωση που επέρχεται, χάνεται σταδιακά το προστατευτικό στρώμα της
αδαμαντίνης που τα καλύπτει, αφήνοντας την ευαίσθητη οδοντίνη εκτεθειμένη.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα δόντια να καθίστανται ευαίσθητα στο κρύο, την
πίεση και άλλα ερεθίσματα. Τα σφραγίσματα και οι προσθετικές εργασίες,
υφίστανται και αυτά υπερβολικές πιέσεις με αποτέλεσμα το σπάσιμο ή την
εκμόχλευση τους.
Στο περιοδόντιο αναπτύσσεται φλεγμονή και η αύξηση της κινητικότητας των
δοντιών τα προδιαθέτει για γρηγορότερη απόπτωση.
Η εσωτερική επιφάνεια των παρειών μπορεί να τραυματισθεί.
Οι ιστοί της κροταφογναθικής άρθρωσης επιβαρύνονται επίσης. Μπορεί ο χόνδρος
που καλύπτει τις αρθρικές επιφάνειες να υποστεί φλεγμονή η οποία να
εκδηλώνεται με πόνο αντανακλώμενο στο αυτί. Συχνά η γνάθος μετατοπίζεται από
τη σωστή της θέση και προκαλούνται διάφοροι ήχοι κατά τη λειτουργία της, ενώ
ενδέχεται να εμφανιστεί και δυσκολία στη διάνοιξη του στόματος.
Ορισμένοι ασθενείς εμφανίζουν με την πάροδο των ετών διόγκωση των οστών
των γνάθων, ως αποτέλεσμα της προσπάθειας του οργανισμού να ενισχύσει την
οστική μάζα, για να ανταπεξέλθει στις μεγάλες πιέσεις που υφίσταται για
παρατεταμένη χρονική περίοδο.
Κάποιοι ασθενείς παραπονούνται ότι βλέπουν όνειρα ότι χάνουν τα δόντια τους,
ενώ μπορεί να συνυπάρχουν αϋπνία και κατάθλιψη.
Ο βρυγμός στην
παιδική ηλικία

Τα παιδιά μπορεί να εκδηλώσουν τον βρυγμό ως αποτέλεσμα των προβλημάτων που
αντιμετωπίζουν στο σχολείο. Προβλήματα προσαρμογής, σχέσεων, οι βαθμοί και
οι εξετάσεις είναι θέματα που μπορεί να τα απασχολούν και κατά τη διάρκεια
του ύπνου τους και να τους προκαλούν στρες. Τα ενοχλήματα από την οδοντοφυΐα
μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ως αίτιο ανάπτυξης βρυγμού, όπως και η κακή
σύγκλειση των δοντιών.
Το ίδιο και ο πόνος ή οι ενοχλήσεις από κάποιο άλλο πρόβλημα υγείας.
Κρυολογήματα, αλλεργίες, ωτίτιδες συγκαταλέγονται σε αυτά.
Στα παιδιά ο βρυγμός μπορεί να συνοδεύεται από θηλασμό του αντίχειρα ή
δάγκωμα των νυχιών. Από τα παιδιά που εμφανίζουν βρυγμό μεταξύ 3 και 10
ετών, τα περισσότερα από τα μισά θα τον σταματήσουν ως την ηλικία των 13
ετών, χωρίς αυτός να αφήσει βλάβες στα δόντια.
Για ορισμένα όμως παιδιά η διαταραχή
θα συνεχιστεί. Συχνά οι γονείς δεν
αποδίδουν σημασία στο βρυγμό των παιδιών, επειδή νομίζουν ότι πρόκειται για
μία φυσιολογική ή σχετικά αθώα κατάσταση.
Συνεχίζεται
τον επόμενο μήνα
|