|
Πραγματικά Εξαίσιο
Η πτήση του Δημήτρη από
Λονδίνο έφτασε ελαφρώς
καθυστερημένη στο Ελευθέριος Βενιζέλος. Η επόμενη
για το Ηράκλειο θα ήταν
σε δυο ώρες, οπότε και πηγαίνει στην καφετέρια για καφεδάκι. Παίρνει και μια
εφημερίδα και την αράζει στο
καναπεδάκι της καφετέριας.

"Βρε Δημήτρη, εσύ είσαι;"
Η βαθιά αντρική φωνή δίπλα του τον
βγάζει από την προσήλωση του. Με βλέμμα όλο απορία κοιτάζει τον ξένο. Σμίγει
τα φρύδια σε μια προσπάθεια να θυμηθεί και ξαφνικά ανοίγει διάπλατα τα
μάτια.
"Θεέ μου, ο Γιώργος Παπαδάκης. Εσύ;".
Ο Δημήτρης παρατάει
κάτω την εφημερίδα, σηκώνεται απότομα χύνοντας λίγο καφέ
και αγκαλιάζει τον παλιόφιλο.
"Τι κάνεις βρε θηρίο! Που χάθηκες από
το Ηράκλειο τόσα χρόνια;", τον ρωτάει ο Γιώργος χτυπώντας του ελαφριά τον
ώμο.
"Α, που να σου λέω
Γιώργη. Έφυγα για Λονδίνο μετά το γυμνάσιο. Δεν το έμαθες από πουθενά;", τον
ρωτάει με ελαφρύ τουπέ ο Δημήτρης.
"Εκεί που ζω εγώ τώρα Μήτσο μου, που να
τα μαθαίνω αυτά. Έλα πες τι έκανες έξω;", ρωτάει ο Γιώργος με φιλική
περιέργεια.
|
"Ναι…κοίτα τελείωσα στην Αγγλία το
τμήμα φυσικής της Οξφόρδης και πήρα έπαινο και υποτροφία για το
Yale στην
Αμερική. Φοβερό Πανεπιστήμιο με τα όλα του", κορδώθηκε ο Δημήτρης.
Είχε
πάρει για τα καλά φόρα, έλεγε και για το
Harvard που
έγινε καθηγητής για μια δεκαετία, έλεγε για το ερευνητικό έργο της
NASA
όπου γνώρισε από κοντά και τον τότε πρόεδρο την Αμερικής Μπιλ Κλίντον, έλεγε
και για τον γιο του Αϊνστάιν που ήταν μηχανικός “της υδραυλικής”
και συνεργάστηκαν για 5 μήνες, …έλεγε, έλεγε.
Ο κακομοίρης ο Γιώργος αν και καθόταν σε πιο ψηλή
καρέκλα, είχε χαθεί εντελώς στο κάθισμα του. Αμήχανα κοιτούσε τα ροζιασμένα
από την σκληρή δουλειά χέρια του.
“Και έτσι που λες Γιώργο έκανα όλα αυτά
και αποφάσισα επιτέλους να επιστρέψω και να ζήσω κοντά στη φύση.
Αγόρασα πριν λίγα χρόνια
έξω από την Ιεράπετρα 50 στρέμματα γης, έβαλα τα μουρέλα μου, το
αμπελάκι μου, το αγροτικό μου σπιτάκι με το φούρνο για να ψήνω το ψωμάκι
μου, τις κοτούλες και τα ζώα
μου. Λέω να ευχαριστηθώ επιτέλους τον τόπο μου. Αα, ξέχασα να σου πω, βγάζω
και δικό μου κρασί, πραγματικά εξαίσιο “.
Ο Γιώργος σιγά-σιγά ξετρυπώνει
μέσα από το κάθισμα του με αυτοπεποίθηση,
τον κοιτάζει με βλέμμα όλο έκπληξη και τον ρωτάει.
“Τι λες τώρα βρε Δημήτρη; Δηλαδή πέρασες από την Οξφόρδη,
το
Χάρβαρντ και την
NASA, τα
λέγατε και μ’ αυτόν τον Αϊνστάιν για να κάνεις τούτο δα που ‘χω γω από
πάντα; Μέγας είσαι κύριε”, μονολογεί ο Γιώργος και σταυροκοπιέται.
“Εγώ που λες Δημήτρη μου έχω 50 στρέμματα
από τον πατέρα μου, με μουρέλα, αμπέλια και ένα αγροτικό σπιτάκι. Έχω και τα
ωζά μου. Βλέπεις ο πατέρας μου είναι πια πολύ ηλικιωμένος για να τα
φροντίζει όλα μόνος του. Α, ξέχασα να σου πω
βγάζω και ένα κοκκινέλι πραγματικά εξαίσιο “.
Ο Δημήτρης τον κοιτάζει σκεπτικός. Ετοιμάζεται να απαντήσει, μα η λέξη
κοντοστέκεται στο λαιμό του. Και είναι η
πρώτη φορά στη ζωή του, που δεν έχει τον τελευταίο λόγο.
|