|
"Θέλεις να δεις το σπαθί μου;"
Ο Δημήτρης έμενε κοντά στο σπίτι μου
πριν δέκα χρόνια. Ήταν 35, χωρισμένος, ζούσε με την ηλικιωμένη κι άρρωστη
μητέρα του, είχε ένα γιο έξι ετών που ζούσε με την πρώην του κι ήταν λιγάκι
τρελός. Όταν λέω λιγάκι, εννοώ πως έπαιρνε φάρμακα. Άκουγε φωνές… Όταν ήταν
στις μελαγχολίες του, ήταν άκακος. Πάντα έτοιμος να κλάψει, με σταματούσε
στο δρόμο και μου έλεγε όλα του τα προβλήματα. Ξέχασα βέβαια να αναφέρω πως
κι η γυναίκα του ήταν τρελή, μόνο που αυτή δεν έπαιρνε φάρμακα, οπότε η
κατάσταση της ήτανε χειρότερη. Συνεπώς, παραπονιόταν συνέχεια για κείνη κι
εγώ στεκόμουν εκεί, τον λυπόμουν και σκεφτόμουνα το άμοιρο το παιδάκι τους.
Τώρα, όταν βρισκόταν στη φάση της μανίας…ήταν πολύ τρομακτικό άτομο και για
να πω την αλήθεια, όταν τον έβλεπα να γελάει σα μανιακός, τον απέφευγα.
Κάποια νύχτα, λοιπόν, ήμουνα με τις
πιτζάμες όταν ανακάλυψα πως είχε τελειώσει το νερό κι ο τότε φίλος μου
ανακάλυψε πως του είχαν τελειώσει τα τσιγάρα. Οπότε, κατέβηκα κάτω, στο
γειτονικό ψιλικατζίδικο και ουπς! Να το Δημήτρη να κλαίει!
"Σε παρακαλώ, κάνε να μη με δει!",
προσευχήθηκα, μα ο Θεός προφανώς είχε πέσει για ύπνο, επειδή ο Δημήτρης ήδη
μου κούναγε το χέρι του.
"Έλα θέλω να σου πω". Λαμβάνοντας υπόψη
πως φορούσα πιτζάμες, προσπάθησα να του εξηγήσω πως δεν μπορούσα να πάω.
"Όχι, έλα", επέμεινε.
Με το νερό στο ένα χέρι και με τα
τσιγάρα στο άλλο, καταράστηκα την καλοσύνη μου ακόμη μια φορά και τον
ακολούθησα στο στενάκι. "Μα τι θέλεις;" τον ρώτησα σε κάποιο σημείο.
Άνοιξε μια πόρτα μπροστά του και μου
είπε: "Είναι το σπίτι μου, μπες!"
Η ζωή μου άρχισε να περνά μπροστά από τα
μάτια μου. Πόσο χαζή μπορεί να ήμουν; Και τώρα;
"Δεν κοιμάται η μητέρα σου;" τον
ρώτησα τρομοκρατημένη.
"Δεν είναι εδώ", απάντησε και με έσπρωξε μέσα, καθώς
προσπαθούσα να φαίνομαι όσο πιο ήρεμη γινόταν. Περπάτησα σε ένα μακρύ
διάδρομο που κατέληγε σε ένα μεγάλο δωμάτιο. "Κάθισε, θέλω να σου δείξω
φωτογραφίες", είπε και άρχισε να ανοίγει κιτρινισμένα άλμπουμ. "Εδώ είμαι
δεκαεφτά χρόνων, τότε άρχισα να παίρνω τα χάπια. Εδώ είναι ο πατέρας μου –ο
Θεός να τον συγχωρέσει, εδώ η μητέρα μου νέα. Εδώ είναι ο γιος μου μωρό. Εδώ
η κακιασμένη η γυναίκα μου...".
Κοίταζα το ρολόι στον τοίχο, σκεπτόμενη πως έλειπα πάνω
από μία ώρα, δεν είχα πάρει κινητό μαζί μου, τι θα έκανα; Σηκώθηκα
αποφασισμένη και είπα: "Στ’ αλήθεια πρέπει να φύγω".
"Όχι, μη μ’ αφήνεις μόνο, έχω κι άλλες φωτογραφίες να σου
δείξω!" Έπρεπε να πω κάτι πολύ δραστικό για να με αφήσει να φύγω, χωρίς να
εκνευριστεί!
|

"Άκου, Δημήτρη, λείπω πάνω από μια ώρα και ο
άντρας μου θα με ψάχνει!", του είπα ψέματα όσο πιο φυσιολογικά γινόταν.
"Είσαι παντρεμένη;" με ρώτησε έκπληκτος.
"Και βέβαια είμαι και δεν θέλεις ο άντρας μου να θυμώσει
μαζί σου, έτσι;" Οπότε έφυγα. Καθώς προχωρούσα στο μακρύ διάδρομο, άκουσα τη
φωνή του πίσω μου: "Θέλεις να δεις το σπαθί μου;"
Και να ’μαι, ξαφνικά έπαιζα σε ταινία τρόμου. Γύρισα και
τον είδα να κρατάει ένα τεράστιο σκουριασμένο παλιό σπαθί. Χριστέ μου!
Μερικά λεπτά αργότερα και με μια καρδιά που κόντευε να σπάσει, έμπαινα στο
σπίτι μου κι αντίκριζα το φίλο μου να κοιμάται.
"Πόσο αναίσθητος μπορεί να είσαι;" του φώναξα. "Ήμουνα
στο σπίτι του τρελού, είδα το σπαθί του, έλειπα κοντά δυο ώρες κι εσύ
κοιμήθηκες; Δεν ανησύχησες έστω λίγο; Για το Θεό, έφυγα με τις πιτζάμες!"
Μετά που του έκανα ολόκληρη την ιστορία κι αφού σταμάτησε
να γελάει σαν υστερικός, είπε: "Λοιπόν, ίσως να έλεγα σε όλους πως πήγες να
πάρεις τσιγάρα και δεν γύρισες ποτέ ξανά πίσω!"
Οι άντρες είναι αχαρακτήριστοι μερικές φορές! Κάποιες μέρες αργότερα
"χώρισα" τον "άντρα μου". Πέρα από
την απουσία συναίσθησης του κινδύνου που είχα, ίσως ο Δημήτρης να έκανε κάτι
καλό στη ζωή μου τελικά…
|